heal.abstract |
Η αυξανόμενη ζήτηση στον φαρμακευτικό και τον καλλυντικό τομέα έχει οδηγήσει στην διεξαγωγή πολυάριθμων μελετών για την παραλαβή βιοδραστικών ενώσεων από φαρμακευτικά φυτά. Ένα από αυτά είναι το τριαντάφυλλο Rosa Canina L., το οποίο είναι γνωστό ότι περιέχει πληθώρα βιοδραστικών ενώσεων με υψηλή αντιοξειδωτική δράση. Οι βιοδραστικές ενώσεις που περιέχονται στον καρπό του συγκεκριμένου τριαντάφυλλου είναι υπεύθυνες για την αντιμετώπιση και την πρόληψη ποικίλων ασθενειών όπως το κοινό κρυολόγημα, διάφορες μολυσματικές νόσους, γαστρεντερικές διαταραχές, ασθένειες της ουροφόρου οδού αλλά και φλεγμονώδεις νόσους. Ανάμεσα σε αυτές ανήκουν τα καροτενοειδή, ορισμένες φαινολικές ενώσεις, οι τοκοφερόλες, οι πολυφαινόλες, οι τανίνες, οι πηκτίνες, τα σάκχαρα, διάφορα οργανικά οξέα, ορισμένα αμινοξέα, αιθέρια έλαια και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα.
Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εξέταση τριών διαφορετικών μεθόδων εκχύλισης (Συμβατική Εκχύλιση, Εκχύλιση Υποβοηθούμενη από Μικροκύματα –ΜΑΕ– και Ενζυμικά Υποβοηθούμενη Εκχύλιση –ΕΥΕ–) και ο τρόπος επίδρασής τους στην απόδοση των βιοδραστικών ενώσεων. Συγκεκριμένα μελετήθηκε η επίδραση των δύο πρώτων μεθόδων στις ολικές φαινολικές ενώσεις, στα ολικά φλαβονοειδή και στην αντιοξειδωτική δράση σε δείγματα του καρπού, του φλοιού και του σπόρου του καρπού. Στη συνέχεια μελετήθηκε η επίδραση της Ενζυμικά Υποβοηθούμενης Εκχύλισης σε συνδυασμό με τη Συμβατική Εκχύλιση στα ίδια χαρακτηριστικά αλλά και στα ολικά αναγωγικά σάκχαρα και τη γλυκόζη σε δείγματα φλοιού του τριαντάφυλλου. Για την Ενζυμικά υποβοηθούμενη Εκχύλιση έγινε η χρήση τριών διαφορετικών ενζυμικών σκευασμάτων: του Cellic CTec2,του Viscozyme L. και του BioPrep. Οι παράγοντες που μελετήθηκαν ήταν ο χρόνος και το ενζυμικό φορτίο ενώ τα πειράματα σχεδιάστηκαν σύμφωνα με το σχεδιασμό Taguchi.
Προκειμένου να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα της εκάστοτε μεθόδου εκχύλισης, πραγματοποιήθηκαν ορισμένες αναλύσεις. Πιο συγκεκριμένα ακολουθήθηκε η μέθοδος Folin-Ciocalteu για τον προσδιορισμό των ολικών φαινολικών ενώσεων, η μέθοδος χλωριούχου αργιλίου για τον προσδιορισμό των ολικών φλαβονοειδών και η μέθοδος DPPH για τον προσδιορισμό της αντιοξειδωτικής ικανότητας των εκχυλισμάτων. Τα ολικά αναγωγικά σάκχαρα των εκχυλισμάτων προσδιορίστηκαν με τη φωτομετρική μέθοδο του 3,5-δινιτροσαλικυλικού οξέος και η γλυκόζη με τη χρήση του ενζυμικού παρασκευάσματος GOD/PAP (Glucotest). Ο προσδιορισμός των ενώσεων αυτών βασίστηκε στις καμπύλες αναφοράς ορισμένων πρότυπων ενώσεων.
Από την ανάλυση των εκχυλισμάτων της συμβατικής και της Εκχύλισης υποβοηθούμενης από μικροκύματα προέκυψε ότι ο φλοιός του τριαντάφυλλου είναι πιο πλούσιος σε βιοδραστικές ενώσεις απ΄ ότι ο σπόρος. Έτσι, για την Ενζυμικά υποβοηθούμενη εκχύλιση σε συνδυασμό με τη συμβατική εκχύλιση χρησιμοποιήθηκαν μόνο δείγματα του φλοιού του τριαντάφυλλου.
Συγκρίνοντας τα διαφορετικά ένζυμα που χρησιμοποιήθηκαν για την ΕΥΕ, προέκυψε ότι καλύτερη απόδοση σε βιοδραστικές ενώσεις (ολικά φαινολικά, ολικά φλαβονοειδή, αντιοξειδωτική δράση) επετεύχθη με τη χρήση του ενζυμικού σκευάσματος BioPrep. Για τα δύο πρώτα ενζυμικά σκευάσματα βρέθηκε ότι ο χρόνος ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας για την μεγαλύτερη παραλαβή βιοδραστικών ενώσεων, ενώ κατά τη χρήση του ενζυμικού σκευάσματος BioPrep, πιο σημαντικός παράγοντας αποδείχθηκε το ενζυμικό φορτίο.
Η μελέτη αυτή περιλαμβάνει επίσης την ταυτοποίηση ορισμένων ενώσεων (σε εκχυλίσματα της συμβατικής εκχύλισης και της ΕΥΕ συνδυασμένης με συμβατική εκχύλιση, με χρήση των Viscozyme L. και BioPrep) με την τεχνική της υγρής χρωματογραφίας συζευγμένης με φασματομετρία μάζας. Προκειμένου να καταστεί εφικτό αυτό έγινε η μέτρηση των φασμάτων ορισμένων πρότυπων ενώσεων. |
el |